ΤΑΜΕΙΟ

  • Προκειμένου να ενημερωθείτε για το νέο Οργανισμό και το νέο Οργανόγραμμα του Μ.Τ.Π.Υ. πατήστε εδώ.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Στις 12 Οκτωβρίου του 1867 πενήντα κρατικοί υπάλληλοι, συγκεντρώθηκαν στα Γραφεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου του Δημήτριου Ν. Λεβίδη και ίδρυσαν την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Μετοχικό Ταμείο προς περίθαλψιν των υπαλλήλων και των οικογενειών των», με συμβολαιογραφική πράξη που εγκρίθηκε με διάταγμα.

Η πρωτοβουλία αυτή του Δημήτριου Ν. Λεβίδη, στόχευε στην κάλυψη του κενού που άφηνε η ανεπαρκής πρόνοια της Πολιτείας, με τον πρώτο συνταξιοδοτικό νόμο (επί κυβερνήσεως Α. Μιαούλη, το 1861) σε ότι αφορά την περίθαλψη των δημόσιων λειτουργών που απομακρύνονταν αναίτια από την υπηρεσία τους, καθώς και των οικογενειών τους. Στον νόμο αυτόν, δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για τους υπαλλήλους που απομακρύνονταν από την Υπηρεσία, πριν την συμπλήρωση των 25 ετών, ούτε για τους θανόντες στην Υπηρεσία, ούτε για τις μητέρες και τις άγαμες αδερφές των θανόντων άγαμων υπαλλήλων. Το Ταμείο είχε αρχικά μορφή ιδιωτικού Ταμείου Αλληλοβοήθειας, με μετόχους δημόσιους υπαλλήλους και μερικούς εργαζομένους σε ιδιωτικές επιχειρήσεις (Τράπεζες κ.λ.π.) και κεφάλαια τις καταθέσεις των αρχικών υπαλλήλων – μετόχων.

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο εκλέχθηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 30 Νοεμβρίου του 1867, στην οποία έλαβαν μέρος 35 μέτοχοι. Στη συνέχεια, συγκροτήθηκε σε σώμα, οπότε και έγινε η εκλογή του Δ. Λεβίδη ως Προέδρου. Η πρώτη συνεδρίαση του οργάνου έλαβε χώρα στις 6 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η λειτουργία του ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου του 1868. Έδρα του Ταμείου, τα πρώτα χρόνια, ήταν τα σπίτια μελών του Δ.Σ. ενώ το 1930, τα γραφεία του Ταμείου μετεγκαταστάθηκαν σε τέσσερα δωμάτια του τρίτου ορόφου του κτιρίου, επί των οδών Λυκούργου 12 και Αθηνάς.
Το Ταμείο κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του (1868-1919) ως Ανώνυμη Εταιρία, διοικούνταν από πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο. Τα πρώτα μερίσματα καταβλήθηκαν το 1874 και αντιστοιχούσαν στο σύνολο των καταθέσεων των μετόχων μέχρι και το 1882. Το 1887 τα καταβαλλόμενα μερίσματα αντιστοιχούσαν στο 30-40% των καταθέσεων των μετόχων ενώ το 1893, με την πτώχευση της Ελλάδος επί Κυβερνήσεως Χαρ. Τρικούπη, μειώθηκαν ακόμη περισσότερο τα καταβαλλόμενα μερίσματα. Το 1905 ζητήθηκε από πολλούς μετόχους η διάλυση του Ταμείου, επειδή το ποσό του μερίσματος μειώθηκε κάτω και από το μισό. Το 1908, η σχετική με τη διάλυση του Ταμείου απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ο σκοπός του Ταμείου δεν ήταν ιδιωφελής, αλλά «κοινωφελής και διαρκής». Οι καταθέσεις των μετόχων δεν αποτελούσαν εταιρική εισφορά, αλλά εισφορά προς απόκτηση δικαιώματος περίθαλψης και δεν θα ήταν δυνατόν οι μέτοχοί του να ζητήσουν τη διανομή τους, ούτε μετά την απομάκρυνσή τους από το Ταμείο. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε τη βάση του χαρακτηρισμού του Ταμείου σε Δημόσιο Ταμείο, γιατί η φύση της αποστολής του απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Σημείο σταθμό στην ιστορία του Ταμείου αποτέλεσε ο Νόμος 1636 του 1919, οπότε το Ταμείο εισήλθε στο χώρο των Δημόσιων Οργανισμών και στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομικών κι έθεσε τις βάσεις για τη λειτουργία του Ταμείου. Με τον ίδιο νόμο επαναπροσδιορίστηκε ο σκοπός του Ταμείου «ως επικουρικής ασφάλισης», ο προορισμός του Ταμείου ως «η κατ’ αναλογίαν του ποσού των καταθέσεων εκάστου, περίθαλψις των πολιτικών υπαλλήλων και των οικογενειών των κατά τους όρους και προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού του» καθώς και ο τρόπος υπολογισμού των παροχών στους μετόχους. Το 1923 ψηφίστηκε ένα σημαντικό Νομοθετικό Διάταγμα, που αποτελεί μέχρι και σήμερα τη βάση της νομοθεσίας του Ταμείου, όπου καθιερώθηκε η «υποχρεωτική δι΄ άπαντας» συμμετοχή στο Ταμείο όλων των εν ενεργεία πολιτικών υπαλλήλων από 1η Απριλίου του 1923, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Όλα αυτά τα χρόνια, το Ταμείο, παρά την επικράτηση «ανώμαλων» κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και καθοριστικών ιστορικών γεγονότων, (πτώχευση του 1893, Επανάσταση του 1909, Βαλκανικοί Πόλεμοι, πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Καταστροφή κ.λ.π) συνέχισε να λειτουργεί, επιτελώντας με συνέχεια και συνέπεια την αποστολή του. Σε αυτό συνεισέφερε σημαντικά και η φωτισμένη, επί 26 συνεχή έτη προεδρία, του Δ. Λεβίδη, ο οποίος χάρη στην προσωπικότητά του, ενέπνεε τόσο τους μετόχους που εγγράφονταν στο Ταμείο, όσο και την ίδια την Πολιτεία.
Στα χρόνια που ακολούθησαν έως το 1944, το Ταμείο ανασυγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε οικονομικά. Σημαντικό ρόλο για την εύρυθμη λειτουργία του έπαιξε η καλή, για την εποχή, οργάνωσή του. Μετά την οικονομική κρίση 1929-1931 και ενόψει της έλευσης του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, η Διοίκησή του πραγματοποίησε επενδύσεις σε ακίνητα της Αθήνας προκειμένου να «εξασφαλίσει» ένα μέρος του αποθεματικού του κεφαλαίου από ενδεχόμενες νομισματικές υποτιμήσεις και με σκοπό τη συμπλήρωση των εσόδων του με την εκμετάλλευσή τους. Η περίοδος 1926-1939 υπήρξε η σπουδαιότερη από άποψη επενδυτικής πολιτικής σε ακίνητα, διότι αποκτήθηκαν, ανοικοδομήθηκαν, επεκτάθηκαν και ανακατασκευάστηκαν σημαντικά κτίρια του κέντρου της Αθήνας που αποτελούν μεγάλο μέρος της περιουσίας του Ταμείου. Αξιοσημείωτη στην αγορά ακινήτων υπήρξε η επιλογή έργων σπουδαίων αρχιτεκτόνων, καθώς και η ανάθεση ανοικοδόμησης κτιρίων επίσης σε διαπρεπείς αρχιτέκτονες της περιόδου αυτής. Παράλληλα με την επενδυτική πολιτική, το Ταμείο παρουσίασε και αξιοσημείωτη κοινωνική πολιτική αλληλεγγύης, συνεισφέροντας σε περιόδους δοκιμασίας του Έθνους, τόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής όσο και μεταγενέστερα.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, η λειτουργία του Ταμείου χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια ανασυγκρότησης. Καθοριστικοί παράγοντες στην οικονομική του πορεία, κατά την περίοδο αυτή, ήταν η σταθερή αύξηση του αριθμού των μετόχων και μερισματούχων του αλλά και η μείωση της απόδοσης των πρόσθετων πόρων.
Κατά τη περίοδο της δικτατορίας, με το Ν. 1/1968 το Ταμείο χαρακτηρίστηκε ως Ασφαλιστικός Οργανισμός και τέθηκε στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (πρώην Εργασίας). Το 1974 επανήλθε στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών με το Ν.Δ. 297. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Υπουργείο Οικονομικών, με έγγραφό του, δέχθηκε ότι το Μ.Τ.Π.Υ. ως «Ειδικό Ταμείο Επικουρικής συνταξιοδότησης των Δημοσίων Υπαλλήλων» αποτελεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του, γι’ αυτό και απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος των νομικών προσώπων (Ν.Δ. 3843/1958).
Στα χρόνια που ακολούθησαν, αξίζει να σημειωθεί η κωδικοποίηση της νομοθεσίας του Ταμείου με την έκδοση του Π.Δ. 422/1981 και η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Ταμείου. Το 2005 ψηφίζεται ο Ν. 3336/05 με τον οποίο καθιερώνεται νέος τρόπος υπολογισμού του μερίσματος, καθώς και η αναπροσαρμογή των μερισμάτων. Η εφαρμογή του νόμου αυτού είχε σα συνέπεια την απομάκρυνση του Ταμείου από τη βασική καταστατική του διάταξη που είναι η «παροχή μερίσματος κατ’ αναλογία του ποσού των καταθέσεων ενός εκάστου».
Με τους νόμους 4024/2011 και 4052/2012 το Μ.Τ.Π.Υ. υπάχθηκε στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και επαναπροσδιορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του μερίσματος, ώστε αυτό να υπολογίζεται με δικαιότερο τρόπο και να είναι ανάλογο του χρόνου κατά τον οποίο διενεργήθηκαν κρατήσεις.

Τέλος, ο Ν. 4387/2016 επανέφερε το Ταμείο σε τροχιά μακροχρόνιας βιωσιμότητας και ανάπτυξης, με την κατάργηση διατάξεων που δεν ανταποκρίνονταν στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, με την καθιέρωση ενιαίου τρόπου υπολογισμού του μερίσματος για όλους τους μερισματούχους και κυριότερα με τη θέσπιση της ετήσιας αναπροσαρμογής του σχετικού συντελεστή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας ελλειμμάτων.
Το Ταμείο σήμερα διαθέτει άρτιο στελεχιακό δυναμικό, καθώς και την απαραίτητη τεχνογνωσία και καταβάλλει συνεχή προσπάθεια, προκειμένου να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στους μετόχους, στους μερισματούχους και στις οικογένειές τους. Η ακίνητη περιουσία του, αξιοποιείται με το βέλτιστο τρόπο, τόσο από πλευράς εκτεταμένων και εξειδικευμένων συντηρήσεων και αναπαλαιώσεων, όσο και από πλευράς οικονομικής διαχείρισης και απόδοσης.